Τετάρτη, 28 Δεκεμβρίου 2011

Περιστατικό

Χτυπιόταν το σκοτάδι
φλέγμαινε τις πόρτες
το σκοτάδι
πεινούσε κι άλλο
το σκοτάδι

γυναίκες έφερναν
μήλα αγέρωχα
με ρώγες αίμα

άγγιζαν οι καμπάνες
φλέβες κεραυνούς
χνώτα ανένδοτα
ξημέρωναν στους καθρέφτες

και ο προφήτης
από την κορυφή του κρανίου του

εγώ ειμί
εγώ ειμί,
φώναξε

όταν κρεμάσαμε
τους χτύπους της καρδιάς του
στο τσιγκέλι

1 σχόλιο:

Ελένη Λιντζαροπούλου είπε...

Ήθελα να σχολιάσω σε τυχαίο σου ποίημα ή αν το θες σε κάποιο που δεν έχει σχολιάσει άλλος γιατί όταν κάτι μου τραβήξει την προσοχή στο διαδίκτυο δεν τσιγκουνεύομαι στα λόγια και εδώ οι άνθρωποι δεν το συνηθίζουν.

Κραυγάζει η ποίησή σου εδώ αλλά και σε άλλα ποιήματά σου που διάβασα, άλλοτε σαν εσωτερική κραυγή και άλλοτε σαν κραυγή μιας εποχής που θέλει να διέλθει όσο το δυνατόν πιο ανώδυνα από το παρόν της.
Μου αρέσει.

Αν μου επιτρέπεις, παρότι διακρίνω μιαν επιτήδευση κάπου κάπου στις λέξεις και όχι στο λόγο, υπάρχει ισχυρό, ισχυρότατο θα έλεγα, υπόβαθρο ανθρώπινης, ανδρικής και κοινωνικής ευαισθησίας.

Δεν θα πω άλλα… για πρώτη φορά ήταν πάρα πολλά.

εξάλλου…

«υπήρχαν εκείνοι οι κρότοι
των θαυμαστικών
πάνω στους τοίχους
που τόσο μας κούραζαν»

τι ισχυρή αποτύπωση της αλήθειας…