Τετάρτη, 7 Σεπτεμβρίου 2011

Η μπαλάντα του απόκρημνου καπέλου

Για δες, προσαρμόστηκα, κάθε πρωί βουρτσίζω τα γυμνά μου κάγκελα (ανυπερθέτως)
Αρχισαν να μου αρέσουν τα κόκκινα απουσιολόγια, τα κόκκινα ανώφελα
Για δες, ζωγραφίζω με κολασμένα σύμφωνα τα απογεύματα
Ελέγχω το καντράν του οξυγόνου μου με ότι έχει μείνει από νύχια
Επαψα να είμαι ονειροτρόμος, αυτοί οι πυροβολισμοί έγιναν αφόρητοι
Σέρνω ξυράφια σε άδειους δρόμους, είναι πιο επικερδές
Με κούρασαν και τα υπέρυθρα τύμπανα των εγκάτων
Τώρα χρεώνω το κορμί μου με υπέργειες βολές 
Ομως είμαι εδώ, προσαρμόστηκα
Υφίσταμαι ποινή ημισελήνου, την υπόλοιπη την κατάπια χωρίς να με δουν
Φέγγω παράταιρα γεμάτος θρόμβους δοντιών
Απέκτησα ένα πλήρες κενό - όλο δικό μου- που κρώζει από χαρά όταν με βλέπει
Νιώθω ελεήμων για την αντιβιωτική μου απελπισία
-δύο φορές την ημέρα μετά το φαγητό-
Οι γιατροί αποφάνθηκαν ότι πάσχω από αιχμές χειρογράφων άδηλης προέλευσης
Εγώ όμως ξέρω πως είναι ο ιδρώτας του ουρανού που με κουράζει
Γι' αυτό θα χτίσω έναν καινούργιο, ολοστρόγγυλο
-ένα μηδενικό θεοσεβές από γύρη κενού-
Για δες, προσαρμόστηκα να γράφω ότι προσαρμόστηκα
Μένει μόνο η χαραγματιά
Μένει μόνο η χαραγματιά
να με δανείζει.

Δεν υπάρχουν σχόλια: